ανταλλακτικός
•
- που μπορεί να ανταλλαγεί Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την ανταλλαγή, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοανταλλακτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταλλακτικός < ανταλλάσσω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταλλακτικός | ανταλλακτική | ανταλλακτικό |
| Γενική | ανταλλακτικού | ανταλλακτικής | ανταλλακτικού |
| Αιτιατική | ανταλλακτικό | ανταλλακτική | ανταλλακτικό |
| Κλητική | ανταλλακτικέ | ανταλλακτική | ανταλλακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταλλακτικοί | ανταλλακτικές | ανταλλακτικά |
| Γενική | ανταλλακτικών | ανταλλακτικών | ανταλλακτικών |
| Αιτιατική | ανταλλακτικούς | ανταλλακτικές | ανταλλακτικά |
| Κλητική | ανταλλακτικοί | ανταλλακτικές | ανταλλακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →