Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταλλακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να ανταλλαγεί Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την ανταλλαγή, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοανταλλακτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταλλακτικός < ανταλλάσσω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταλλακτικόςανταλλακτικήανταλλακτικό
Γενικήανταλλακτικούανταλλακτικήςανταλλακτικού
Αιτιατικήανταλλακτικόανταλλακτικήανταλλακτικό
Κλητικήανταλλακτικέανταλλακτικήανταλλακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταλλακτικοίανταλλακτικέςανταλλακτικά
Γενικήανταλλακτικώνανταλλακτικώνανταλλακτικών
Αιτιατικήανταλλακτικούςανταλλακτικέςανταλλακτικά
Κλητικήανταλλακτικοίανταλλακτικέςανταλλακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →