αντιδιαδηλωτής
•
- αυτός που οργανώνει αντιδιαδήλωση ή μετέχει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδιαδηλωτής < αντιδιαδηλώνω + -τής < αντιδιαδήλωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-manifestation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδιαδηλωτής | αντιδιαδηλωτές |
| Γενική | αντιδιαδηλωτή | αντιδιαδηλωτών |
| Αιτιατική | αντιδιαδηλωτή | αντιδιαδηλωτές |
| Κλητική | αντιδιαδηλωτή | αντιδιαδηλωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →