Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδιαδηλωτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που οργανώνει αντιδιαδήλωση ή μετέχει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδιαδηλωτής < αντιδιαδηλώνω + -τής < αντιδιαδήλωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-manifestation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιδιαδηλωτήςαντιδιαδηλωτές
Γενικήαντιδιαδηλωτήαντιδιαδηλωτών
Αιτιατικήαντιδιαδηλωτήαντιδιαδηλωτές
Κλητικήαντιδιαδηλωτήαντιδιαδηλωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →