Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδιαδηλώνω

ρήμα
•
  1. οργανώνω αντιδιαδήλωση ή μετέχω σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδιαδηλώνω < αντιδιαδήλωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre-manifestation)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιδιαδηλώνωαντιδιαδηλώνειςαντιδιαδηλώνειαντιδιαδηλώνουμεαντιδιαδηλώνετεαντιδιαδηλώνουν / αντιδιαδηλώνουνε
Παρατατικόςαντιδιαδήλωνααντιδιαδήλωνεςαντιδιαδήλωνεαντιδιαδηλώναμεαντιδιαδηλώνατεαντιδιαδήλωναν / αντιδιαδηλώναν / αντιδιαδηλώνανε
Αόριστοςαντιδιαδήλωσααντιδιαδήλωσεςαντιδιαδήλωσεαντιδιαδηλώσαμεαντιδιαδηλώσατεαντιδιαδήλωσαν / αντιδιαδηλώσαν / αντιδιαδηλώσανε
Μέλλονταςθα αντιδιαδηλώνω / θα αντιδιαδηλώσωθα αντιδιαδηλώνεις / θα αντιδιαδηλώσειςθα αντιδιαδηλώνει / θα αντιδιαδηλώσειθα αντιδιαδηλώνουμε / θα αντιδιαδηλώσουμεθα αντιδιαδηλώνετε / θα αντιδιαδηλώσετεθα αντιδιαδηλώνουν / θα αντιδιαδηλώνουνε / θα αντιδιαδηλώσουν / θα αντιδιαδηλώσουνε
Παρακείμενοςέχω αντιδιαδηλώσειέχεις αντιδιαδηλώσειέχει αντιδιαδηλώσειέχουμε αντιδιαδηλώσειέχετε αντιδιαδηλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντιδιαδηλώσειείχες αντιδιαδηλώσειείχε αντιδιαδηλώσειείχαμε αντιδιαδηλώσει——
Υποτακτικήνα έχω αντιδιαδηλώσει / να αντιδιαδηλώνω / να αντιδιαδηλώσωνα έχεις αντιδιαδηλώσει / να αντιδιαδηλώνεις / να αντιδιαδηλώσειςνα έχει αντιδιαδηλώσει / να αντιδιαδηλώνει / να αντιδιαδηλώσεινα έχουμε αντιδιαδηλώσει / να αντιδιαδηλώνουμε / να αντιδιαδηλώσουμενα έχετε αντιδιαδηλώσει / να αντιδιαδηλώνετε / να αντιδιαδηλώσετενα αντιδιαδηλώνουν / να αντιδιαδηλώνουνε / να αντιδιαδηλώσουν / να αντιδιαδηλώσουνε
Προστακτική—αντιδιαδήλωνε / αντιδιαδήλωσε——αντιδιαδηλώνετε / αντιδιαδηλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →