Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιεμπορικός

/an.di.em.bo.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν συμβάλλει στην πρόοδο ή προώθηση του εμπορίου Βικιλεξικό
  2. που δεν πουλάει πολύ, που είναι αντισυμβατικός και δεν ικανοποιεί την πλειοψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιεμπορικός < αντι- + εμπορικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική uncommerical

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεμπορικόςαντιεμπορικήαντιεμπορικό
Γενικήαντιεμπορικούαντιεμπορικήςαντιεμπορικού
Αιτιατικήαντιεμπορικόαντιεμπορικήαντιεμπορικό
Κλητικήαντιεμπορικέαντιεμπορικήαντιεμπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεμπορικοίαντιεμπορικέςαντιεμπορικά
Γενικήαντιεμπορικώναντιεμπορικώναντιεμπορικών
Αιτιατικήαντιεμπορικούςαντιεμπορικέςαντιεμπορικά
Κλητικήαντιεμπορικοίαντιεμπορικέςαντιεμπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →