αντικαταναλωτισμός
•
- η τάση να αντιστραφεί σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο η υπερκατανάλωση και η φιλοσοφία του καταναλωτισμού είτε για λόγους βιοθεωρίας και κοσμοθεωρίας είτε για οικολογικούς και οικονομικούς σκοπούς και προκειμένου να σημειωθεί στροφή προς την αειφορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικαταναλωτισμός < αντι- + καταναλωτισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικαταναλωτισμός | αντικαταναλωτισμοί |
| Γενική | αντικαταναλωτισμού | αντικαταναλωτισμών |
| Αιτιατική | αντικαταναλωτισμό | αντικαταναλωτισμούς |
| Κλητική | αντικαταναλωτισμέ | αντικαταναλωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →