καταναλωτισμός
•
- η οικονομική και κοινωνική τάση που προάγει την υπερβολική κατανάλωση, δηλαδή την κατανάλωση μη αναγκαίων αγαθών ή απαραίτητων μεν, αλλά σε μη αναγκαίες ποσότητες Βικιλεξικό
- οικονομική θεωρία που εισηγείται την υπερκατανάλωση ως τρόπο ενίσχυσης της παραγωγής και της ανάπτυξης της οικονομίας ενός έθνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταναλωτισμός < καταναλωτής + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική consumerism)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταναλωτισμός | καταναλωτισμοί |
| Γενική | καταναλωτισμού | καταναλωτισμών |
| Αιτιατική | καταναλωτισμό | καταναλωτισμούς |
| Κλητική | καταναλωτισμέ | καταναλωτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →