μεταθέτω
•
- τοποθετώ σε άλλο σημείο Βικιλεξικό
- μετέθεσαν τα αγγεία σε γυάλινες προθήκες
- τοποθετώ υπάλληλο, εργαζόμενο κλπ. σε άλλη περιοχή ή σε άλλη οργανική θέση Βικιλεξικό
- είναι δυσαρεστημένος γιατί τον μεταθέσανε στα σύνορα
- αλλάζω την προγραμματισμένη ημερομηνία ενός γεγονότος, εκδήλωσης, συνεδρίου κ.λπ. Βικιλεξικό
- το Υπουργείο Παιδείας αποφάσισε να μεταθέσει την ημερομηνία έναρξης των εξετάσεων για την επόμενη εβδομάδα
- μεταφορικάτοποθετώ σε άλλο σημείο Βικιλεξικό
- μη μεταθέτεις τις ευθύνες σου πάνω μου!
Ετυμολογία
μεταθέτω < αρχαία ελληνική μετατίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταθέτω | μεταθέτεις | μεταθέτει | μεταθέτουμε | μεταθέτετε | μεταθέτουν / μεταθέτουνε |
| Παρατατικός | μετέθετα | μετέθετες | μετέθετε | μεταθέταμε | μεταθέτατε | μετέθεταν / μεταθέταν / μεταθέτανε |
| Αόριστος | μετέθεσα | μετέθεσες | μετέθεσε | μεταθέσαμε | μεταθέσατε | μετέθεσαν / μεταθέσαν / μεταθέσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταθέσω / θα μεταθέτω | θα μεταθέσεις / θα μεταθέτεις | θα μεταθέσει / θα μεταθέτει | θα μεταθέσουμε / θα μεταθέτουμε | θα μεταθέσετε / θα μεταθέτετε | θα μεταθέσουν / θα μεταθέσουνε / θα μεταθέτουν / θα μεταθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταθέσει | έχεις μεταθέσει | έχει μεταθέσει | έχουμε μεταθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταθέσει | είχες μεταθέσει | είχε μεταθέσει | είχαμε μεταθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταθέσει / να μεταθέσω / να μεταθέτω | να έχεις μεταθέσει / να μεταθέσεις / να μεταθέτεις | να έχει μεταθέσει / να μεταθέσει / να μεταθέτει | να έχουμε μεταθέσει / να μεταθέσουμε / να μεταθέτουμε | να μεταθέσετε / να μεταθέτετε | να μεταθέσουν / να μεταθέσουνε / να μεταθέτουν / να μεταθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε μετατεθειμένο / μετέθεσε / μετέθετε | — | — | μεταθέστε / μεταθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →