μετάθεση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταθέτω, αλλαγή θέση Βικιλεξικό
- Πήρε δυσμενή μετάθεση μετά από το σκάνδαλο που ξέσπασε.
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταθέτω, αλλαγή θέση Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταθέτω, αλλαγή θέση Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του μεταθέτω, αλλαγή θέση Βικιλεξικό
- Παράδειγμα μετάθεσης: «κορκόδειλος» αντί κροκόδειλος, καραφλός αντί φαλακρός
Ετυμολογία
μετάθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετάθε(σις) + -ση < μετά- + θέσις (θέτω) :* για την αλλαγή θέσης φθόγγων: ελληνιστική σημασία :* για τη μετακίνηση υπαλλήλου < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Versetzung ή από τη γαλλική déplacement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάθεση | μεταθέσεις |
| Γενική | μετάθεσης | μεταθέσεων |
| Αιτιατική | μετάθεση | μεταθέσεις |
| Κλητική | μετάθεση | μεταθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →