μνημόνιο
•
- πολιτικήεπίσημο διπλωματικό έγγραφο με το οποίο ανταλλάσσονται απόψεις για συγκεκριμένη υπόθεση μεταξύ κυβερνήσεων ή μεταξύ διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων (δεν πρόκειται για το καθεαυτό έγγραφο διμερούς ή πολυμερούς συμβάσεως διεθνούς δικαίου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μνημόνιο < ελληνιστική κοινή μνημόνιον < αρχαία ελληνική μνήμων ((μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική memorandum)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μνημόνιο | μνημόνια |
| Γενική | μνημονίου / μνημόνιου | μνημονίων |
| Αιτιατική | μνημόνιο | μνημόνια |
| Κλητική | μνημόνιο | μνημόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →