αντιπαθώ
•
- δεν συμπαθώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπαθώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀντιπαθῶ < αρχαία ελληνική ἀντιπαθής < ἀντί + πάθος < πάσχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷenth- (πάσχω, υποφέρω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιπαθώ | αντιπάθει / αντιπαθείς | αντιπαθεί | αντιπαθούμε | αντιπαθείτε | αντιπαθούν |
| Παρατατικός | αντιπαθούσα | αντιπαθούσες | αντιπαθούσε | αντιπαθούσαμε | αντιπαθούσατε | αντιπαθούσαν |
| Αόριστος | αντιπάθησα / αντιπαθήσω | αντιπάθησε / αντιπάθησες / αντιπαθήσεις | αντιπάθησε / αντιπαθήσει | αντιπαθήσαμε / αντιπαθήσουμε | αντιπαθήσατε / αντιπαθήσετε / αντιπαθήστε | αντιπάθησαν / αντιπαθήσουν |
| Μέλλοντας | θα αντιπαθήσω / θα αντιπαθώ | θα αντιπαθήσεις / θα αντιπαθείς | θα αντιπαθήσει / θα αντιπαθεί | θα αντιπαθήσουμε / θα αντιπαθούμε | θα αντιπαθήσετε / θα αντιπαθείτε | θα αντιπαθήσουν / θα αντιπαθούν |
| Παρακείμενος | έχω αντιπαθήσει | έχεις αντιπαθήσει | έχει αντιπαθήσει | έχουμε αντιπαθήσει | έχετε αντιπαθήσει | έχουν αντιπαθήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιπαθήσει | είχες αντιπαθήσει | είχε αντιπαθήσει | είχαμε αντιπαθήσει | είχατε αντιπαθήσει | είχαν αντιπαθήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →