κόλπο
•
- ο πονηρός εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου που δεν θα επιτυγχανόταν με τους συνηθισμένους τρόπους Βικιλεξικό
- ο οργανωμένος εναλλακτικός τρόπος επίτευξης στόχου και εξαπάτησης Βικιλεξικό
- αργκόο πονηρός τρόπος επίτευξης στόχου και εξαπάτησης σε χαρτοπαιξία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κόλπο < μεσαιωνική ελληνική κόλπο < ιταλική colpo < υστερολατινική colpus < λατινική colophus < colaphus < αρχαία ελληνική κόλαφος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κόλπο | κόλπα |
| Γενική | κόλπου | κόλπων |
| Αιτιατική | κόλπο | κόλπα |
| Κλητική | κόλπο | κόλπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →