απαντάω
•
- αμετάβατοδίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι Βικιλεξικό
- «Η Ιωάννα δεν απάντησε, τηρώντας την απόφαση που είχε πάρει να μη μιλήσει καθόλου.» (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- αμετάβατοφέρνω ένα αντεπιχείρημα σε διάλογο Βικιλεξικό
- Και τι απάντησε η πολιτική αγωγή στα επιχειρήματα του συνηγόρου;
- αμετάβατοαντιδρώ σε κάτι Βικιλεξικό
- Κι εκείνος πώς απάντησε σε αυτή την πρόκληση;
- αμετάβατο(λόγιο, με παθητική φωνή απαντώμαι Βικιλεξικό
- μεταβατικόσυναντώ τυχαία Βικιλεξικό
- Τον απάντησα στο κέντρο, ενώ έψαχνα για ταξί
- βρίσκω, συναντώ Βικιλεξικό
- Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
Ετυμολογία
απαντάω < απαντώ (< (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπαντῶ, συνηρημένο του ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω) + νεοελληνικό επίθημα-άω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαντάω / απαντώ | απαντάς | απαντά / απαντάει | απαντάμε / απαντούμε | απαντάτε | απαντάν / απαντάνε / απαντούν / απαντούνε |
| Παρατατικός | απαντούσα | απαντούσες | απαντούσε | απαντούσαμε | απαντούσατε | απαντούσαν / απαντούσανε |
| Αόριστος | απάντησα | απάντησες | απάντησε | απαντήσαμε | απαντήσατε | απάντησαν / απαντήσαν / απαντήσανε |
| Μέλλοντας | θα απαντάω / θα απαντήσω / θα απαντώ | θα απαντάς / θα απαντήσεις | θα απαντά / θα απαντάει / θα απαντήσει | θα απαντάμε / θα απαντήσουμε / θα απαντούμε | θα απαντάτε / θα απαντήσετε | θα απαντάν / θα απαντάνε / θα απαντήσουν / θα απαντήσουνε / θα απαντούν / θα απαντούνε |
| Παρακείμενος | έχω απαντήσει | έχεις απαντήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαντήσει / να απαντάω / να απαντήσω / να απαντώ | να έχεις απαντήσει / να απαντάς / να απαντήσεις | να απαντά / να απαντάει / να απαντήσει | να απαντάμε / να απαντήσουμε / να απαντούμε | να απαντάτε / να απαντήσετε | να απαντάν / να απαντάνε / να απαντήσουν / να απαντήσουνε / να απαντούν / να απαντούνε |
| Προστακτική | — | απάντα / απάνταγε / απάντησε | — | — | απαντάτε / απαντήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →