ελπίδα
•
- η προσδοκία ότι κάτι καλύτερο θα συμβεί Βικιλεξικό
- μόνη εκεί η Ελπίδα έμεινε μέσα, στο πιθάρι που δεν έσπασε, στα χείλη του, κι έξω δεν πέταξε, γιατί με τη θέληση του Δία ξαναμπήκε το πώμα (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 95, για την Πανδώρα, μετάφραση)
- -Χορός: Και τι φάρμακο βρήκες (για το φόβο του θανάτου);
- Μη φοβηθείς αυτόν, που στήριξε στην Πίστη επάνω την ελπίδα. Τον είδα στη ζωή να μάχεται, μα πάντα ανίκητο τον είδα. (Ιωάννης Πολέμης)
- ή έννοια/κατάσταση ή το πολύτιμο πρόσωπο που ενσαρκώνει την προσδοκία για κάτι θετικό Βικιλεξικό
- Το λαχείο είναι η τελευταία μου ελπίδα.
- Ο νέος προπονητής είναι η τελευταία τους ελπίδα για αξιοπρεπή παρουσία φέτος.
Ετυμολογία
ελπίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλπίδα < αρχαία ελληνική ἐλπίς από την αιτιατική «τὴν ἐλπίδα» < → δείτε ἔλπω (κάνω κάποιον να ελπίζει)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελπίδα | ελπίδες |
| Γενική | ελπίδας | ελπίδων |
| Αιτιατική | ελπίδα | ελπίδες |
| Κλητική | ελπίδα | ελπίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →