Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεραντολογία

/a.pe.ɾan.do.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να μιλά κάποιος πολύ, να πολυλογεί και να πλατειάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεραντολογία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπεραντολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπεραντολογίααπεραντολογίες
Γενικήαπεραντολογίαςαπεραντολογιών
Αιτιατικήαπεραντολογίααπεραντολογίες
Κλητικήαπεραντολογίααπεραντολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →