απισχναίνω
•
- κάνω κάτι ή κάποιον ισχνό, αδύνατο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απισχναίνω < αρχαία ελληνική ἀπισχναίνω < ἰσχναίνω < ἰσχνός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απισχναίνω | απισχναίνεις | απισχναίνει | απισχναίνουμε | απισχναίνετε | απισχναίνουν / απισχναίνουνε |
| Παρατατικός | απίσχναινα | απίσχναινες | απίσχναινε | απισχναίναμε | απισχναίνατε | απίσχναιναν / απισχναίναν / απισχναίνανε |
| Αόριστος | απίσχνανα | απίσχνανες | απίσχνανε | απισχνάναμε | απισχνάνατε | απίσχναναν / απισχνάναν / απισχνάνανε |
| Μέλλοντας | θα απισχνάνω / θα απισχναίνω | θα απισχνάνεις / θα απισχναίνεις | θα απισχνάνει / θα απισχναίνει | θα απισχνάνουμε / θα απισχναίνουμε | θα απισχνάνετε / θα απισχναίνετε | θα απισχνάνουν / θα απισχνάνουνε / θα απισχναίνουν / θα απισχναίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απισχνάνει | έχεις απισχνάνει | έχει απισχνάνει | έχουμε απισχνάνει | έχετε απισχνάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απισχνάνει | είχες απισχνάνει | είχε απισχνάνει | είχαμε απισχνάνει | είχατε απισχνάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω απισχνάνει / να απισχνάνω / να απισχναίνω | να έχεις απισχνάνει / να απισχνάνεις / να απισχναίνεις | να έχει απισχνάνει / να απισχνάνει / να απισχναίνει | να έχουμε απισχνάνει / να απισχνάνουμε / να απισχναίνουμε | να έχετε απισχνάνει / να απισχνάνετε / να απισχναίνετε | να απισχνάνουν / να απισχνάνουνε / να απισχναίνουν / να απισχναίνουνε |
| Προστακτική | — | απίσχναινε / απίσχνανε | — | — | απισχνάνετε / απισχναίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →