ισχναίνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι (πιο) ισχνό Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι (πιο) ισχνός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισχναίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσχναίνω < ἰσχνός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισχναίνω | ισχναίνεις | ισχναίνει | ισχναίνουμε | ισχναίνετε | ισχναίνουν / ισχναίνουνε |
| Παρατατικός | ίσχναινα | ίσχναινες | ίσχναινε | ισχναίναμε | ισχναίνατε | ίσχναιναν / ισχναίναν / ισχναίνανε |
| Αόριστος | ίσχνανα | ίσχνανες | ίσχνανε | ισχνάναμε | ισχνάνατε | ίσχναναν / ισχνάναν / ισχνάνανε |
| Μέλλοντας | θα ισχνάνω / θα ισχναίνω | θα ισχνάνεις / θα ισχναίνεις | θα ισχνάνει / θα ισχναίνει | θα ισχνάνουμε / θα ισχναίνουμε | θα ισχνάνετε / θα ισχναίνετε | θα ισχνάνουν / θα ισχνάνουνε / θα ισχναίνουν / θα ισχναίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισχνάνει | έχεις ισχνάνει | έχει ισχνάνει | έχουμε ισχνάνει | έχετε ισχνάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισχνάνει | είχες ισχνάνει | είχε ισχνάνει | είχαμε ισχνάνει | είχατε ισχνάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ισχνάνει / να ισχνάνω / να ισχναίνω | να έχεις ισχνάνει / να ισχνάνεις / να ισχναίνεις | να έχει ισχνάνει / να ισχνάνει / να ισχναίνει | να έχουμε ισχνάνει / να ισχνάνουμε / να ισχναίνουμε | να έχετε ισχνάνει / να ισχνάνετε / να ισχναίνετε | να ισχνάνουν / να ισχνάνουνε / να ισχναίνουν / να ισχναίνουνε |
| Προστακτική | — | ίσχναινε / ίσχνανε | — | — | ισχνάνετε / ισχναίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →