Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποίητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πο δεν έχει ποιηθεί, δεν έχει φτιαχτεί, δεν έχει δημιουργηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποίητος < αρχαία ελληνική ἀποίητος < ἀ- + ποιέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποίητοςαποίητηαποίητο
Γενικήαποίητουαποίητηςαποίητου
Αιτιατικήαποίητοαποίητηαποίητο
Κλητικήαποίητεαποίητηαποίητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποίητοιαποίητεςαποίητα
Γενικήαποίητωναποίητωναποίητων
Αιτιατικήαποίητουςαποίητεςαποίητα
Κλητικήαποίητοιαποίητεςαποίητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →