Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απογραμμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήπου δεν είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήπου δεν είναι διαθέσιμος μέσω διαδικτύου ή είναι συνδεμένος στο διαδίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απογραμμικός < απο- + γραμμικός < γραμμή + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική offline) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογραμμικόςαπογραμμικήαπογραμμικό
Γενικήαπογραμμικούαπογραμμικήςαπογραμμικού
Αιτιατικήαπογραμμικόαπογραμμικήαπογραμμικό
Κλητικήαπογραμμικέαπογραμμικήαπογραμμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογραμμικοίαπογραμμικέςαπογραμμικά
Γενικήαπογραμμικώναπογραμμικώναπογραμμικών
Αιτιατικήαπογραμμικούςαπογραμμικέςαπογραμμικά
Κλητικήαπογραμμικοίαπογραμμικέςαπογραμμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →