απογραμμικός
•
- πληροφορικήπου δεν είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο Βικιλεξικό
- πληροφορικήπου δεν είναι διαθέσιμος μέσω διαδικτύου ή είναι συνδεμένος στο διαδίκτυο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογραμμικός < απο- + γραμμικός < γραμμή + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική offline) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογραμμικός | απογραμμική | απογραμμικό |
| Γενική | απογραμμικού | απογραμμικής | απογραμμικού |
| Αιτιατική | απογραμμικό | απογραμμική | απογραμμικό |
| Κλητική | απογραμμικέ | απογραμμική | απογραμμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογραμμικοί | απογραμμικές | απογραμμικά |
| Γενική | απογραμμικών | απογραμμικών | απογραμμικών |
| Αιτιατική | απογραμμικούς | απογραμμικές | απογραμμικά |
| Κλητική | απογραμμικοί | απογραμμικές | απογραμμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →