Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορρυθμίζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι να δυσλειτουργεί, αποδιοργανώνω, αναστατώνω Βικιλεξικό
  2. καταργώ νομοθεσία για μείωση της γραφειοκρατίας Βικιλεξικό
    • Τα πλαστικά απορρυθμίζουν το ορμονικό σύστημα.
    • Αντιλαϊκό κι αντεργατικό το νομοσχέδιο για τα εργασιακά, απορρυθμίζει την αγορά της εργασίας.

Ετυμολογία

απορρυθμίζω < απο- + ρυθμίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dérégler)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπορρυθμίζωαπορρυθμίζειςαπορρυθμίζειαπορρυθμίζουμεαπορρυθμίζετεαπορρυθμίζουν / απορρυθμίζουνε
Παρατατικόςαπορρύθμιζααπορρύθμιζεςαπορρύθμιζεαπορρυθμίζαμεαπορρυθμίζατεαπορρυθμίζαν / απορρυθμίζανε / απορρύθμιζαν
Αόριστοςαπορρύθμισααπορρύθμισεςαπορρύθμισεαπορρυθμίσαμεαπορρυθμίσατεαπορρυθμίσαν / απορρυθμίσανε / απορρύθμισαν
Μέλλονταςθα απορρυθμίζω / θα απορρυθμίσωθα απορρυθμίζεις / θα απορρυθμίσειςθα απορρυθμίζει / θα απορρυθμίσειθα απορρυθμίζουμε / θα απορρυθμίσουμεθα απορρυθμίζετε / θα απορρυθμίσετεθα απορρυθμίζουν / θα απορρυθμίζουνε / θα απορρυθμίσουν / θα απορρυθμίσουνε
Παρακείμενοςέχω απορρυθμίσειέχεις απορρυθμίσειέχει απορρυθμίσειέχουμε απορρυθμίσειέχετε απορρυθμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απορρυθμίσειείχες απορρυθμίσειείχε απορρυθμίσειείχαμε απορρυθμίσει——
Υποτακτικήνα έχω απορρυθμίσει / να απορρυθμίζω / να απορρυθμίσωνα έχεις απορρυθμίσει / να απορρυθμίζεις / να απορρυθμίσειςνα έχει απορρυθμίσει / να απορρυθμίζει / να απορρυθμίσεινα έχουμε απορρυθμίσει / να απορρυθμίζουμε / να απορρυθμίσουμενα έχετε απορρυθμίσει / να απορρυθμίζετε / να απορρυθμίσετενα απορρυθμίζουν / να απορρυθμίζουνε / να απορρυθμίσουν / να απορρυθμίσουνε
Προστακτική—απορρύθμιζε / απορρύθμισε——απορρυθμίζετε / απορρυθμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →