απορρυθμίζω
•
- κάνω κάτι να δυσλειτουργεί, αποδιοργανώνω, αναστατώνω Βικιλεξικό
- καταργώ νομοθεσία για μείωση της γραφειοκρατίας Βικιλεξικό
- Τα πλαστικά απορρυθμίζουν το ορμονικό σύστημα.
- Αντιλαϊκό κι αντεργατικό το νομοσχέδιο για τα εργασιακά, απορρυθμίζει την αγορά της εργασίας.
Ετυμολογία
απορρυθμίζω < απο- + ρυθμίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dérégler)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απορρυθμίζω | απορρυθμίζεις | απορρυθμίζει | απορρυθμίζουμε | απορρυθμίζετε | απορρυθμίζουν / απορρυθμίζουνε |
| Παρατατικός | απορρύθμιζα | απορρύθμιζες | απορρύθμιζε | απορρυθμίζαμε | απορρυθμίζατε | απορρυθμίζαν / απορρυθμίζανε / απορρύθμιζαν |
| Αόριστος | απορρύθμισα | απορρύθμισες | απορρύθμισε | απορρυθμίσαμε | απορρυθμίσατε | απορρυθμίσαν / απορρυθμίσανε / απορρύθμισαν |
| Μέλλοντας | θα απορρυθμίζω / θα απορρυθμίσω | θα απορρυθμίζεις / θα απορρυθμίσεις | θα απορρυθμίζει / θα απορρυθμίσει | θα απορρυθμίζουμε / θα απορρυθμίσουμε | θα απορρυθμίζετε / θα απορρυθμίσετε | θα απορρυθμίζουν / θα απορρυθμίζουνε / θα απορρυθμίσουν / θα απορρυθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απορρυθμίσει | έχεις απορρυθμίσει | έχει απορρυθμίσει | έχουμε απορρυθμίσει | έχετε απορρυθμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απορρυθμίσει | είχες απορρυθμίσει | είχε απορρυθμίσει | είχαμε απορρυθμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απορρυθμίσει / να απορρυθμίζω / να απορρυθμίσω | να έχεις απορρυθμίσει / να απορρυθμίζεις / να απορρυθμίσεις | να έχει απορρυθμίσει / να απορρυθμίζει / να απορρυθμίσει | να έχουμε απορρυθμίσει / να απορρυθμίζουμε / να απορρυθμίσουμε | να έχετε απορρυθμίσει / να απορρυθμίζετε / να απορρυθμίσετε | να απορρυθμίζουν / να απορρυθμίζουνε / να απορρυθμίσουν / να απορρυθμίσουνε |
| Προστακτική | — | απορρύθμιζε / απορρύθμισε | — | — | απορρυθμίζετε / απορρυθμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →