Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσυντονίζω

ρήμα
•
  1. κάνω (κάποιον/κάτι) να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά Βικιλεξικό
  2. χαλάω ή διαταράσσω τον όποιο συντονισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσυντονίζω < απο- + συντονίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσυντονίζωαποσυντονίζειςαποσυντονίζειαποσυντονίζουμεαποσυντονίζετεαποσυντονίζουν / αποσυντονίζουνε
Παρατατικόςαποσυντόνιζααποσυντόνιζεςαποσυντόνιζεαποσυντονίζαμεαποσυντονίζατεαποσυντονίζαν / αποσυντονίζανε / αποσυντόνιζαν
Αόριστοςαποσυντόνισααποσυντόνισεςαποσυντόνισεαποσυντονίσαμεαποσυντονίσατεαποσυντονίσαν / αποσυντονίσανε / αποσυντόνισαν
Μέλλονταςθα αποσυντονίζω / θα αποσυντονίσωθα αποσυντονίζεις / θα αποσυντονίσειςθα αποσυντονίζει / θα αποσυντονίσειθα αποσυντονίζουμε / θα αποσυντονίσουμεθα αποσυντονίζετε / θα αποσυντονίσετεθα αποσυντονίζουν / θα αποσυντονίζουνε / θα αποσυντονίσουν / θα αποσυντονίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσυντονίσειέχεις αποσυντονίσειέχει αποσυντονίσειέχουμε αποσυντονίσειέχετε αποσυντονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσυντονίσειείχες αποσυντονίσειείχε αποσυντονίσειείχαμε αποσυντονίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσυντονίσει / να αποσυντονίζω / να αποσυντονίσωνα έχεις αποσυντονίσει / να αποσυντονίζεις / να αποσυντονίσειςνα έχει αποσυντονίσει / να αποσυντονίζει / να αποσυντονίσεινα έχουμε αποσυντονίσει / να αποσυντονίζουμε / να αποσυντονίσουμενα έχετε αποσυντονίσει / να αποσυντονίζετε / να αποσυντονίσετενα αποσυντονίζουν / να αποσυντονίζουνε / να αποσυντονίσουν / να αποσυντονίσουνε
Προστακτική—αποσυντόνιζε / αποσυντόνισε——αποσυντονίζετε / αποσυντονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →