αποσυντονίζω
•
- κάνω (κάποιον/κάτι) να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά Βικιλεξικό
- χαλάω ή διαταράσσω τον όποιο συντονισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυντονίζω < απο- + συντονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυντονίζω | αποσυντονίζεις | αποσυντονίζει | αποσυντονίζουμε | αποσυντονίζετε | αποσυντονίζουν / αποσυντονίζουνε |
| Παρατατικός | αποσυντόνιζα | αποσυντόνιζες | αποσυντόνιζε | αποσυντονίζαμε | αποσυντονίζατε | αποσυντονίζαν / αποσυντονίζανε / αποσυντόνιζαν |
| Αόριστος | αποσυντόνισα | αποσυντόνισες | αποσυντόνισε | αποσυντονίσαμε | αποσυντονίσατε | αποσυντονίσαν / αποσυντονίσανε / αποσυντόνισαν |
| Μέλλοντας | θα αποσυντονίζω / θα αποσυντονίσω | θα αποσυντονίζεις / θα αποσυντονίσεις | θα αποσυντονίζει / θα αποσυντονίσει | θα αποσυντονίζουμε / θα αποσυντονίσουμε | θα αποσυντονίζετε / θα αποσυντονίσετε | θα αποσυντονίζουν / θα αποσυντονίζουνε / θα αποσυντονίσουν / θα αποσυντονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσυντονίσει | έχεις αποσυντονίσει | έχει αποσυντονίσει | έχουμε αποσυντονίσει | έχετε αποσυντονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυντονίσει | είχες αποσυντονίσει | είχε αποσυντονίσει | είχαμε αποσυντονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσυντονίσει / να αποσυντονίζω / να αποσυντονίσω | να έχεις αποσυντονίσει / να αποσυντονίζεις / να αποσυντονίσεις | να έχει αποσυντονίσει / να αποσυντονίζει / να αποσυντονίσει | να έχουμε αποσυντονίσει / να αποσυντονίζουμε / να αποσυντονίσουμε | να έχετε αποσυντονίσει / να αποσυντονίζετε / να αποσυντονίσετε | να αποσυντονίζουν / να αποσυντονίζουνε / να αποσυντονίσουν / να αποσυντονίσουνε |
| Προστακτική | — | αποσυντόνιζε / αποσυντόνισε | — | — | αποσυντονίζετε / αποσυντονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →