Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθησαυρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η συγκέντρωση πλούτου, θησαυρού, το μάζεμα χρημάτων Βικιλεξικό
    • όταν το κοινό χάσει την εμπιστοσύνη του στις τράπεζες τότε προτιμά τον αποθησαυρισμό έναντι των καταθέσεων σε λογαριασμούς όψεως
  2. συλλογή άγνωστων λέξεων ή κειμένων Βικιλεξικό
  3. είναι μια ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (εκ του compulsive hoarding), όπου η συνειδητοποίηση της σημασίας του συσσωρευμένων αντικειμενων υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική αξία τους και σε σοβαρές περιπτώσεις, τα σπίτια που ανήκουν σε τέτοιους ανθρώπους μπορεί να αποτελεσουν κίνδυνο πυρκαγιάς ή κίνδυνο για την υγεία (χαρτιά, παράσιτα, σκουπίδια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθησαυρισμός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποθησαυρισμόςαποθησαυρισμοί
Γενικήαποθησαυρισμούαποθησαυρισμών
Αιτιατικήαποθησαυρισμόαποθησαυρισμούς
Κλητικήαποθησαυρισμέαποθησαυρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →