αποθησαυρισμός
•
- η συγκέντρωση πλούτου, θησαυρού, το μάζεμα χρημάτων Βικιλεξικό
- όταν το κοινό χάσει την εμπιστοσύνη του στις τράπεζες τότε προτιμά τον αποθησαυρισμό έναντι των καταθέσεων σε λογαριασμούς όψεως
- συλλογή άγνωστων λέξεων ή κειμένων Βικιλεξικό
- είναι μια ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (εκ του compulsive hoarding), όπου η συνειδητοποίηση της σημασίας του συσσωρευμένων αντικειμενων υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική αξία τους και σε σοβαρές περιπτώσεις, τα σπίτια που ανήκουν σε τέτοιους ανθρώπους μπορεί να αποτελεσουν κίνδυνο πυρκαγιάς ή κίνδυνο για την υγεία (χαρτιά, παράσιτα, σκουπίδια) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθησαυρισμός < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθησαυρισμός | αποθησαυρισμοί |
| Γενική | αποθησαυρισμού | αποθησαυρισμών |
| Αιτιατική | αποθησαυρισμό | αποθησαυρισμούς |
| Κλητική | αποθησαυρισμέ | αποθησαυρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →