Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκλειστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποκλείει κάτι άλλο και ανήκει σε έναν μόνο Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήdedicated: σύστημα, υπολογιστής κατάλληλα διασκευασμένος που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό Βικιλεξικό
  3. τηλεπικοινωνίεςβλ. αποκλειστική ζεύξη, αποκλειστική γραμμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκλειστικός < αποκλείω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική exclusif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκλειστικόςαποκλειστικήαποκλειστικό
Γενικήαποκλειστικούαποκλειστικήςαποκλειστικού
Αιτιατικήαποκλειστικόαποκλειστικήαποκλειστικό
Κλητικήαποκλειστικέαποκλειστικήαποκλειστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκλειστικοίαποκλειστικέςαποκλειστικά
Γενικήαποκλειστικώναποκλειστικώναποκλειστικών
Αιτιατικήαποκλειστικούςαποκλειστικέςαποκλειστικά
Κλητικήαποκλειστικοίαποκλειστικέςαποκλειστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →