αποκομίζω
•
- κυριολεκτικάαποκτώ κάτι και το παίρνω μαζί μου (φεύγοντας από κάπου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκομίζω < αρχαία ελληνική ἀποκομίζω < ἀπό + κομίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκομίζω | αποκομίζεις | αποκομίζει | αποκομίζουμε | αποκομίζετε | αποκομίζουν / αποκομίζουνε |
| Παρατατικός | αποκόμιζα | αποκόμιζες | αποκόμιζε | αποκομίζαμε | αποκομίζατε | αποκομίζαν / αποκομίζανε / αποκόμιζαν |
| Αόριστος | αποκόμισα | αποκόμισες | αποκόμισε | αποκομίσαμε | αποκομίσατε | αποκομίσαν / αποκομίσανε / αποκόμισαν |
| Μέλλοντας | θα αποκομίζω / θα αποκομίσω | θα αποκομίζεις / θα αποκομίσεις | θα αποκομίζει / θα αποκομίσει | θα αποκομίζουμε / θα αποκομίσουμε | θα αποκομίζετε / θα αποκομίσετε | θα αποκομίζουν / θα αποκομίζουνε / θα αποκομίσουν / θα αποκομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκομίσει | έχεις αποκομίσει | έχει αποκομίσει | έχουμε αποκομίσει | έχετε αποκομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκομίσει | είχες αποκομίσει | είχε αποκομίσει | είχαμε αποκομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκομίσει / να αποκομίζω / να αποκομίσω | να έχεις αποκομίσει / να αποκομίζεις / να αποκομίσεις | να έχει αποκομίσει / να αποκομίζει / να αποκομίσει | να έχουμε αποκομίσει / να αποκομίζουμε / να αποκομίσουμε | να έχετε αποκομίσει / να αποκομίζετε / να αποκομίσετε | να αποκομίζουν / να αποκομίζουνε / να αποκομίσουν / να αποκομίσουνε |
| Προστακτική | — | αποκόμιζε / αποκόμισε | — | — | αποκομίζετε / αποκομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →