Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για μέρος / τόποπου δεν βρίσκεται κοντά σε τόπο που περνούν πολλοί άνθρωποι αλλά μακριά απʼ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόμερος < απο- + μέρος + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμεροςαπόμερηαπόμερο
Γενικήαπόμερουαπόμερηςαπόμερου
Αιτιατικήαπόμεροαπόμερηαπόμερο
Κλητικήαπόμερεαπόμερηαπόμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόμεροιαπόμερεςαπόμερα
Γενικήαπόμερωναπόμερωναπόμερων
Αιτιατικήαπόμερουςαπόμερεςαπόμερα
Κλητικήαπόμεροιαπόμερεςαπόμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απομέρος

/a.poˈme.ɾos/επίρρημα
•
  1. σπάνιοαπό μέρους, απ' τη μεριά Βικιλεξικό
    • Δε δόθηκε απάντηση απομέρος τους.
  2. σπάνιοεκ μέρους / εκμέρους Βικιλεξικό
    • Σας μιλώ απομέρος του υπουργού.
  3. σπάνιοόσον αφορά, από την πλευρά Βικιλεξικό
    • Απομέρος μου γνωρίζω πὼς τὴν τελευταία νύχτα, ὅταν ξημέρωσε τόσο ἀργὰ καὶ τὰ παιδιὰ κουρασμένα πιὰ πήγανε νὰ ἡσυχάσουν, εἶδα ὅπως δὲν τὴν εἶδα ποτὲ προτήτερα καὶ τὴ δική μου ζωή κι ὅλα ὅσα ζήσαμε μαζὶ ἐκείνη καὶ γώ (Το βιβλίο του μικρού αδερφού, Gustaf af Geijerstam, μετάφρ. Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, 1917, σελ. 184)

Ετυμολογία

απομέρος < απο- + μέρος (από το μέρος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →