απόμερος
•
- για μέρος / τόποπου δεν βρίσκεται κοντά σε τόπο που περνούν πολλοί άνθρωποι αλλά μακριά απʼ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόμερος < απο- + μέρος + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμερος | απόμερη | απόμερο |
| Γενική | απόμερου | απόμερης | απόμερου |
| Αιτιατική | απόμερο | απόμερη | απόμερο |
| Κλητική | απόμερε | απόμερη | απόμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμεροι | απόμερες | απόμερα |
| Γενική | απόμερων | απόμερων | απόμερων |
| Αιτιατική | απόμερους | απόμερες | απόμερα |
| Κλητική | απόμεροι | απόμερες | απόμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →