απορρυθμιστικός
•
- που έχει σχέση με την απορρύθμιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει στην δημιουργία της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρυθμιστικός < απορρύθμιση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απορρυθμιστικός | απορρυθμιστική | απορρυθμιστικό |
| Γενική | απορρυθμιστικού | απορρυθμιστικής | απορρυθμιστικού |
| Αιτιατική | απορρυθμιστικό | απορρυθμιστική | απορρυθμιστικό |
| Κλητική | απορρυθμιστικέ | απορρυθμιστική | απορρυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απορρυθμιστικοί | απορρυθμιστικές | απορρυθμιστικά |
| Γενική | απορρυθμιστικών | απορρυθμιστικών | απορρυθμιστικών |
| Αιτιατική | απορρυθμιστικούς | απορρυθμιστικές | απορρυθμιστικά |
| Κλητική | απορρυθμιστικοί | απορρυθμιστικές | απορρυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →