Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορρυθμιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απορρύθμιση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει στην δημιουργία της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απορρυθμιστικός < απορρύθμιση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπορρυθμιστικόςαπορρυθμιστικήαπορρυθμιστικό
Γενικήαπορρυθμιστικούαπορρυθμιστικήςαπορρυθμιστικού
Αιτιατικήαπορρυθμιστικόαπορρυθμιστικήαπορρυθμιστικό
Κλητικήαπορρυθμιστικέαπορρυθμιστικήαπορρυθμιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπορρυθμιστικοίαπορρυθμιστικέςαπορρυθμιστικά
Γενικήαπορρυθμιστικώναπορρυθμιστικώναπορρυθμιστικών
Αιτιατικήαπορρυθμιστικούςαπορρυθμιστικέςαπορρυθμιστικά
Κλητικήαπορρυθμιστικοίαπορρυθμιστικέςαπορρυθμιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →