απορρυπαντικός
•
- που έχει σχέση με την απορρύπανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- παρωχημένοκαθαρτικός, εξαγνιστικός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοαπορρυπαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απορρυπαντικός < απορρυπαίνω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική détersif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απορρυπαντικός | απορρυπαντική | απορρυπαντικό |
| Γενική | απορρυπαντικού | απορρυπαντικής | απορρυπαντικού |
| Αιτιατική | απορρυπαντικό | απορρυπαντική | απορρυπαντικό |
| Κλητική | απορρυπαντικέ | απορρυπαντική | απορρυπαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απορρυπαντικοί | απορρυπαντικές | απορρυπαντικά |
| Γενική | απορρυπαντικών | απορρυπαντικών | απορρυπαντικών |
| Αιτιατική | απορρυπαντικούς | απορρυπαντικές | απορρυπαντικά |
| Κλητική | απορρυπαντικοί | απορρυπαντικές | απορρυπαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →