Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απορρυπαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απορρύπανση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοκαθαρτικός, εξαγνιστικός Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοαπορρυπαντικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απορρυπαντικός < απορρυπαίνω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική détersif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπορρυπαντικόςαπορρυπαντικήαπορρυπαντικό
Γενικήαπορρυπαντικούαπορρυπαντικήςαπορρυπαντικού
Αιτιατικήαπορρυπαντικόαπορρυπαντικήαπορρυπαντικό
Κλητικήαπορρυπαντικέαπορρυπαντικήαπορρυπαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπορρυπαντικοίαπορρυπαντικέςαπορρυπαντικά
Γενικήαπορρυπαντικώναπορρυπαντικώναπορρυπαντικών
Αιτιατικήαπορρυπαντικούςαπορρυπαντικέςαπορρυπαντικά
Κλητικήαπορρυπαντικοίαπορρυπαντικέςαπορρυπαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →