Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστεγνωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με την αποστέγνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστεγνωτικός < αποστεγνώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστεγνωτικόςαποστεγνωτικήαποστεγνωτικό
Γενικήαποστεγνωτικούαποστεγνωτικήςαποστεγνωτικού
Αιτιατικήαποστεγνωτικόαποστεγνωτικήαποστεγνωτικό
Κλητικήαποστεγνωτικέαποστεγνωτικήαποστεγνωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποστεγνωτικοίαποστεγνωτικέςαποστεγνωτικά
Γενικήαποστεγνωτικώναποστεγνωτικώναποστεγνωτικών
Αιτιατικήαποστεγνωτικούςαποστεγνωτικέςαποστεγνωτικά
Κλητικήαποστεγνωτικοίαποστεγνωτικέςαποστεγνωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →