αποστεγνωτικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με την αποστέγνωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστεγνωτικός < αποστεγνώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστεγνωτικός | αποστεγνωτική | αποστεγνωτικό |
| Γενική | αποστεγνωτικού | αποστεγνωτικής | αποστεγνωτικού |
| Αιτιατική | αποστεγνωτικό | αποστεγνωτική | αποστεγνωτικό |
| Κλητική | αποστεγνωτικέ | αποστεγνωτική | αποστεγνωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστεγνωτικοί | αποστεγνωτικές | αποστεγνωτικά |
| Γενική | αποστεγνωτικών | αποστεγνωτικών | αποστεγνωτικών |
| Αιτιατική | αποστεγνωτικούς | αποστεγνωτικές | αποστεγνωτικά |
| Κλητική | αποστεγνωτικοί | αποστεγνωτικές | αποστεγνωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →