αποστεγνώνω
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάκάνω κάτι τελείως στεγνό, αποξεραίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστεγνώνω < απο- + στεγνώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστεγνώνω | αποστεγνώνεις | αποστεγνώνει | αποστεγνώνουμε | αποστεγνώνετε | αποστεγνώνουν / αποστεγνώνουνε |
| Παρατατικός | αποστέγνωνα | αποστέγνωνες | αποστέγνωνε | αποστεγνώναμε | αποστεγνώνατε | αποστέγνωναν / αποστεγνώναν / αποστεγνώνανε |
| Αόριστος | αποστέγνωσα | αποστέγνωσες | αποστέγνωσε | αποστεγνώσαμε | αποστεγνώσατε | αποστέγνωσαν / αποστεγνώσαν / αποστεγνώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποστεγνώνω / θα αποστεγνώσω | θα αποστεγνώνεις / θα αποστεγνώσεις | θα αποστεγνώνει / θα αποστεγνώσει | θα αποστεγνώνουμε / θα αποστεγνώσουμε | θα αποστεγνώνετε / θα αποστεγνώσετε | θα αποστεγνώνουν / θα αποστεγνώνουνε / θα αποστεγνώσουν / θα αποστεγνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστεγνώσει | έχεις αποστεγνώσει | έχει αποστεγνώσει | έχουμε αποστεγνώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστεγνώσει | είχες αποστεγνώσει | είχε αποστεγνώσει | είχαμε αποστεγνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστεγνώσει / να αποστεγνώνω / να αποστεγνώσω | να έχεις αποστεγνώσει / να αποστεγνώνεις / να αποστεγνώσεις | να έχει αποστεγνώσει / να αποστεγνώνει / να αποστεγνώσει | να έχουμε αποστεγνώσει / να αποστεγνώνουμε / να αποστεγνώσουμε | να αποστεγνώνετε / να αποστεγνώσετε | να αποστεγνώνουν / να αποστεγνώνουνε / να αποστεγνώσουν / να αποστεγνώσουνε |
| Προστακτική | — | αποστέγνωνε / αποστέγνωσε | — | — | αποστεγνώνετε / αποστεγνώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποστεγνώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →