Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστεγνώνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικά και μεταφορικάκάνω κάτι τελείως στεγνό, αποξεραίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποστεγνώνω < απο- + στεγνώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστεγνώνωαποστεγνώνειςαποστεγνώνειαποστεγνώνουμεαποστεγνώνετεαποστεγνώνουν / αποστεγνώνουνε
Παρατατικόςαποστέγνωνααποστέγνωνεςαποστέγνωνεαποστεγνώναμεαποστεγνώνατεαποστέγνωναν / αποστεγνώναν / αποστεγνώνανε
Αόριστοςαποστέγνωσααποστέγνωσεςαποστέγνωσεαποστεγνώσαμεαποστεγνώσατεαποστέγνωσαν / αποστεγνώσαν / αποστεγνώσανε
Μέλλονταςθα αποστεγνώνω / θα αποστεγνώσωθα αποστεγνώνεις / θα αποστεγνώσειςθα αποστεγνώνει / θα αποστεγνώσειθα αποστεγνώνουμε / θα αποστεγνώσουμεθα αποστεγνώνετε / θα αποστεγνώσετεθα αποστεγνώνουν / θα αποστεγνώνουνε / θα αποστεγνώσουν / θα αποστεγνώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποστεγνώσειέχεις αποστεγνώσειέχει αποστεγνώσειέχουμε αποστεγνώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποστεγνώσειείχες αποστεγνώσειείχε αποστεγνώσειείχαμε αποστεγνώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποστεγνώσει / να αποστεγνώνω / να αποστεγνώσωνα έχεις αποστεγνώσει / να αποστεγνώνεις / να αποστεγνώσειςνα έχει αποστεγνώσει / να αποστεγνώνει / να αποστεγνώσεινα έχουμε αποστεγνώσει / να αποστεγνώνουμε / να αποστεγνώσουμενα αποστεγνώνετε / να αποστεγνώσετενα αποστεγνώνουν / να αποστεγνώνουνε / να αποστεγνώσουν / να αποστεγνώσουνε
Προστακτική—αποστέγνωνε / αποστέγνωσε——αποστεγνώνετε / αποστεγνώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποστεγνώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →