αποστρατεία
•
- στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστρατεύω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστρατεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποστρατεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποστρατεία < αποστρατεύω + -εία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποστρατεία | αποστρατείες |
| Γενική | αποστρατείας | αποστρατειών |
| Αιτιατική | αποστρατεία | αποστρατείες |
| Κλητική | αποστρατεία | αποστρατείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →