απόστρατος
•
- που έχει αποστρατευτεί Βικιλεξικό
- Ένωση Αποστράτων
- κυρίως για αξιωματικό που είναι σε αποστρατεία, που όταν αποχώρησε υποχρεωτικά από το στράτευμα δεν είχε προαχθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόστρατος < αποστρατ(εύω) + -ος (αναδρομικός σχηματισμός) Μορφολογικά, από- + -στρατος (στρατός) → δείτε και αποστρατεία :* και ουσιαστικοποιημένο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόστρατη / απόστρατος / απόστρατο | απόστρατες / απόστρατοι / απόστρατα |
| Γενική | απόστρατης / απόστρατου / απόστρατου | απόστρατων / απόστρατων / απόστρατων |
| Αιτιατική | απόστρατη / απόστρατο / απόστρατο | απόστρατες / απόστρατους / απόστρατα |
| Κλητική | απόστρατη / απόστρατε / απόστρατο | απόστρατες / απόστρατοι / απόστρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →