αποτελμάτωση
•
- λόγιοη διαδικασία, το αποτέλεσμα ή η κατάσταση του αποτελματώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελμάτωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποτελμάτω(σις) (μαρτυρείται από το 1886) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stagnation Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + τέλμα, τελματ- + -ωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτελμάτωση | αποτελματώσεις |
| Γενική | αποτελμάτωσης | αποτελματώσεων |
| Αιτιατική | αποτελμάτωση | αποτελματώσεις |
| Κλητική | αποτελμάτωση | αποτελματώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →