Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτελμάτωση

/a.po.telˈma.to.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία, το αποτέλεσμα ή η κατάσταση του αποτελματώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτελμάτωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀποτελμάτω(σις) (μαρτυρείται από το 1886) + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stagnation Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + τέλμα, τελματ- + -ωση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποτελμάτωσηαποτελματώσεις
Γενικήαποτελμάτωσηςαποτελματώσεων
Αιτιατικήαποτελμάτωσηαποτελματώσεις
Κλητικήαποτελμάτωσηαποτελματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →