αποτυπωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποτύπωση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτυπωτικός μαρτυρείται από το 1897 ως «ἀποτυπωτικά πρίσματα ἐν τηλεσκοπίοις» < αποτυπώνω (<απο- + τυπωτικός (τυπω-) + -τικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτυπωτικός | αποτυπωτική | αποτυπωτικό |
| Γενική | αποτυπωτικού | αποτυπωτικής | αποτυπωτικού |
| Αιτιατική | αποτυπωτικό | αποτυπωτική | αποτυπωτικό |
| Κλητική | αποτυπωτικέ | αποτυπωτική | αποτυπωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτυπωτικοί | αποτυπωτικές | αποτυπωτικά |
| Γενική | αποτυπωτικών | αποτυπωτικών | αποτυπωτικών |
| Αιτιατική | αποτυπωτικούς | αποτυπωτικές | αποτυπωτικά |
| Κλητική | αποτυπωτικοί | αποτυπωτικές | αποτυπωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →