Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτυπώνω

ρήμα
•
  1. τυπώνω, εκτυπώνω Βικιλεξικό
  2. σχηματίζω το περίγραμμα ενός αντικειμένου πάνω σε μία επιφάνεια Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηκαταγράφω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάεκφράζω κάποια πράγματα με ακρίβεια και παραστατικότητα Βικιλεξικό
    • Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
  5. εντυπώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτυπώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποτυπῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτυπώνωαποτυπώνειςαποτυπώνειαποτυπώνουμεαποτυπώνετεαποτυπώνουν / αποτυπώνουνε
Παρατατικόςαποτύπωνααποτύπωνεςαποτύπωνεαποτυπώναμεαποτυπώνατεαποτυπώναν / αποτυπώνανε / αποτύπωναν
Αόριστοςαποτύπωσααποτύπωσεςαποτύπωσεαποτυπώσαμεαποτυπώσατεαποτυπώσαν / αποτυπώσανε / αποτύπωσαν
Μέλλονταςθα αποτυπώνω / θα αποτυπώσωθα αποτυπώνεις / θα αποτυπώσειςθα αποτυπώνει / θα αποτυπώσειθα αποτυπώνουμε / θα αποτυπώσουμεθα αποτυπώνετε / θα αποτυπώσετεθα αποτυπώνουν / θα αποτυπώνουνε / θα αποτυπώσουν / θα αποτυπώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποτυπώσειέχεις αποτυπώσειέχει αποτυπώσειέχουμε αποτυπώσειέχετε αποτυπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποτυπώσειείχες αποτυπώσειείχε αποτυπώσειείχαμε αποτυπώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποτυπώσει / να αποτυπώνω / να αποτυπώσωνα έχεις αποτυπώσει / να αποτυπώνεις / να αποτυπώσειςνα έχει αποτυπώσει / να αποτυπώνει / να αποτυπώσεινα έχουμε αποτυπώσει / να αποτυπώνουμε / να αποτυπώσουμενα έχετε αποτυπώσει / να αποτυπώνετε / να αποτυπώσετενα αποτυπώνουν / να αποτυπώνουνε / να αποτυπώσουν / να αποτυπώσουνε
Προστακτική—αποτύπωνε / αποτύπωσε——αποτυπώνετε / αποτυπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →