αποτύπωμα
•
- το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- Η ηλιογραφία είναι διαφορετική από τα φωτογραφήματα που περιγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ένα φωτογράφημα μπορεί να αποδώσει ένα αποτύπωμα του αντικειμένου παρά μόνο όταν είναι απευθείας τοποθετημένο πάνω σε φωτοευαίσθητο χαρτί. (Η Γυναικεία Οπτική: Αποτυπώνοντας τον έξω κόσμο, europeana.eu, ανακτήθηκε στις 26/7/2026 https://www.europeana.eu/el/exhibitions/a-female-lens/capturing-the-outside-world)
- άλλες μορφές: αποτύπωση
- μεταφορικάτο αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτύπωμα < αρχαία ελληνική ἀποτύπωμα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική empreinte)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτύπωμα | αποτυπώματα |
| Γενική | αποτυπώματος | αποτυπωμάτων |
| Αιτιατική | αποτύπωμα | αποτυπώματα |
| Κλητική | αποτύπωμα | αποτυπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →