αποτύπωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτυπώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντυπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτύπωση < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτύπωση | αποτυπώσεις |
| Γενική | αποτύπωσης | αποτυπώσεων |
| Αιτιατική | αποτύπωση | αποτυπώσεις |
| Κλητική | αποτύπωση | αποτυπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →