Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφορτίζω

ρήμα
•
  1. εξαντλώ τη φόρτιση, το ηλεκτρικό φορτίο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδιώχνω ή ελαττώνω κάποια ένταση στις σχέσεις κάποιων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφορτίζω < (ελληνιστική κοινή) (1.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική décharger)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποφορτίζωαποφορτίζειςαποφορτίζειαποφορτίζουμεαποφορτίζετεαποφορτίζουν / αποφορτίζουνε
Παρατατικόςαποφόρτιζααποφόρτιζεςαποφόρτιζεαποφορτίζαμεαποφορτίζατεαποφορτίζαν / αποφορτίζανε / αποφόρτιζαν
Αόριστοςαποφόρτισααποφόρτισεςαποφόρτισεαποφορτίσαμεαποφορτίσατεαποφορτίσαν / αποφορτίσανε / αποφόρτισαν
Μέλλονταςθα αποφορτίζω / θα αποφορτίσωθα αποφορτίζεις / θα αποφορτίσειςθα αποφορτίζει / θα αποφορτίσειθα αποφορτίζουμε / θα αποφορτίσουμεθα αποφορτίζετε / θα αποφορτίσετεθα αποφορτίζουν / θα αποφορτίζουνε / θα αποφορτίσουν / θα αποφορτίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποφορτίσειέχεις αποφορτίσειέχει αποφορτίσειέχουμε αποφορτίσειέχετε αποφορτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποφορτίσειείχες αποφορτίσειείχε αποφορτίσειείχαμε αποφορτίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποφορτίσει / να αποφορτίζω / να αποφορτίσωνα έχεις αποφορτίσει / να αποφορτίζεις / να αποφορτίσειςνα έχει αποφορτίσει / να αποφορτίζει / να αποφορτίσεινα έχουμε αποφορτίσει / να αποφορτίζουμε / να αποφορτίσουμενα έχετε αποφορτίσει / να αποφορτίζετε / να αποφορτίσετενα αποφορτίζουν / να αποφορτίζουνε / να αποφορτίσουν / να αποφορτίσουνε
Προστακτική—αποφόρτιζε / αποφόρτισε——αποφορτίζετε / αποφορτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →