αποφορτίζω
•
- εξαντλώ τη φόρτιση, το ηλεκτρικό φορτίο Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιώχνω ή ελαττώνω κάποια ένταση στις σχέσεις κάποιων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφορτίζω < (ελληνιστική κοινή) (1.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική décharger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφορτίζω | αποφορτίζεις | αποφορτίζει | αποφορτίζουμε | αποφορτίζετε | αποφορτίζουν / αποφορτίζουνε |
| Παρατατικός | αποφόρτιζα | αποφόρτιζες | αποφόρτιζε | αποφορτίζαμε | αποφορτίζατε | αποφορτίζαν / αποφορτίζανε / αποφόρτιζαν |
| Αόριστος | αποφόρτισα | αποφόρτισες | αποφόρτισε | αποφορτίσαμε | αποφορτίσατε | αποφορτίσαν / αποφορτίσανε / αποφόρτισαν |
| Μέλλοντας | θα αποφορτίζω / θα αποφορτίσω | θα αποφορτίζεις / θα αποφορτίσεις | θα αποφορτίζει / θα αποφορτίσει | θα αποφορτίζουμε / θα αποφορτίσουμε | θα αποφορτίζετε / θα αποφορτίσετε | θα αποφορτίζουν / θα αποφορτίζουνε / θα αποφορτίσουν / θα αποφορτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφορτίσει | έχεις αποφορτίσει | έχει αποφορτίσει | έχουμε αποφορτίσει | έχετε αποφορτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφορτίσει | είχες αποφορτίσει | είχε αποφορτίσει | είχαμε αποφορτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφορτίσει / να αποφορτίζω / να αποφορτίσω | να έχεις αποφορτίσει / να αποφορτίζεις / να αποφορτίσεις | να έχει αποφορτίσει / να αποφορτίζει / να αποφορτίσει | να έχουμε αποφορτίσει / να αποφορτίζουμε / να αποφορτίσουμε | να έχετε αποφορτίσει / να αποφορτίζετε / να αποφορτίσετε | να αποφορτίζουν / να αποφορτίζουνε / να αποφορτίσουν / να αποφορτίσουνε |
| Προστακτική | — | αποφόρτιζε / αποφόρτισε | — | — | αποφορτίζετε / αποφορτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →