φορτίζω
•
- εφοδιάζω μια μπαταρία, ένα συσσωρευτή κ.λπ. με ηλεκτρικό φορτίο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυξάνω τη συναισθηματική ένταση σε μια κατάσταση, συνήθως με αρνητικό τρόπο Βικιλεξικό
- αποδίδω ξεχωριστή χροιά σε λόγια ή λέξεις, ώστε να προκαλώ συγκίνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φορτίζω (φορτώνω σε πλοίο) < φόρτος :* για τη σημασία «γεμίζω με ηλεκτρικό φορτίο»: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική charger και από την αγγλική charge :* για τη σημασία «φορτίζω συναισθηματικά»: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική charged (μετοχή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φορτίζω | φορτίζεις | φορτίζει | φορτίζουμε | φορτίζετε | φορτίζουν / φορτίζουνε |
| Παρατατικός | φόρτιζα | φόρτιζες | φόρτιζε | φορτίζαμε | φορτίζατε | φορτίζαν / φορτίζανε / φόρτιζαν |
| Αόριστος | φόρτισα | φόρτισες | φόρτισε | φορτίσαμε | φορτίσατε | φορτίσαν / φορτίσανε / φόρτισαν |
| Μέλλοντας | θα φορτίζω / θα φορτίσω | θα φορτίζεις / θα φορτίσεις | θα φορτίζει / θα φορτίσει | θα φορτίζουμε / θα φορτίσουμε | θα φορτίζετε / θα φορτίσετε | θα φορτίζουν / θα φορτίζουνε / θα φορτίσουν / θα φορτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φορτίσει | έχεις φορτίσει | έχει φορτίσει | έχουμε φορτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φορτίσει | είχες φορτίσει | είχε φορτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φορτίσει / να φορτίζω / να φορτίσω | να έχεις φορτίσει / να φορτίζεις / να φορτίσεις | να έχει φορτίσει / να φορτίζει / να φορτίσει | να έχουμε φορτίσει / να φορτίζουμε / να φορτίσουμε | να φορτίζετε / να φορτίσετε | να φορτίζουν / να φορτίζουνε / να φορτίσουν / να φορτίσουνε |
| Προστακτική | — | φόρτιζε / φόρτισε | — | — | φορτίζετε / φορτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φορτίστηκαφορτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →