Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτίζω

/foɾˈti.zo/ρήμα
•
  1. εφοδιάζω μια μπαταρία, ένα συσσωρευτή κ.λπ. με ηλεκτρικό φορτίο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαυξάνω τη συναισθηματική ένταση σε μια κατάσταση, συνήθως με αρνητικό τρόπο Βικιλεξικό
  3. αποδίδω ξεχωριστή χροιά σε λόγια ή λέξεις, ώστε να προκαλώ συγκίνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φορτίζω (φορτώνω σε πλοίο) < φόρτος :* για τη σημασία «γεμίζω με ηλεκτρικό φορτίο»: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική charger και από την αγγλική charge :* για τη σημασία «φορτίζω συναισθηματικά»: σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική charged (μετοχή)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφορτίζωφορτίζειςφορτίζειφορτίζουμεφορτίζετεφορτίζουν / φορτίζουνε
Παρατατικόςφόρτιζαφόρτιζεςφόρτιζεφορτίζαμεφορτίζατεφορτίζαν / φορτίζανε / φόρτιζαν
Αόριστοςφόρτισαφόρτισεςφόρτισεφορτίσαμεφορτίσατεφορτίσαν / φορτίσανε / φόρτισαν
Μέλλονταςθα φορτίζω / θα φορτίσωθα φορτίζεις / θα φορτίσειςθα φορτίζει / θα φορτίσειθα φορτίζουμε / θα φορτίσουμεθα φορτίζετε / θα φορτίσετεθα φορτίζουν / θα φορτίζουνε / θα φορτίσουν / θα φορτίσουνε
Παρακείμενοςέχω φορτίσειέχεις φορτίσειέχει φορτίσειέχουμε φορτίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα φορτίσειείχες φορτίσειείχε φορτίσει———
Υποτακτικήνα έχω φορτίσει / να φορτίζω / να φορτίσωνα έχεις φορτίσει / να φορτίζεις / να φορτίσειςνα έχει φορτίσει / να φορτίζει / να φορτίσεινα έχουμε φορτίσει / να φορτίζουμε / να φορτίσουμενα φορτίζετε / να φορτίσετενα φορτίζουν / να φορτίζουνε / να φορτίσουν / να φορτίσουνε
Προστακτική—φόρτιζε / φόρτισε——φορτίζετε / φορτίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φορτίστηκαφορτίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →