αποφώνηση
•
- λόγιοσύντομος λόγος προς το κοινό, με τον οποίο κλείνει μία διάλεξη, αφού τελειώσει ο κύριος ομιλητής Βικιλεξικό
- τα τελευταία λόγια, το κλείσιμο ραδιοφωνικής ή τηλεοπτικής εκπομπής. Συνήθως είναι αποχαιρετισμός, ή τα ονόματα των συντελεστών. Βικιλεξικό
- κάνε την αποφώνηση, να ρίξουμε διαφημίσεις
Ετυμολογία
αποφώνηση <(ελληνιστική κοινή) / ἀποφωνῶ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφώνηση | αποφωνήσεις |
| Γενική | αποφώνησης | αποφωνήσεων |
| Αιτιατική | αποφώνηση | αποφωνήσεις |
| Κλητική | αποφώνηση | αποφωνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →