αποχωματώνω
•
- αφαιρώ χώμα που έχει σωρευθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχωματώνω < από + χώμα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχωματώνω | αποχωματώνεις | αποχωματώνει | αποχωματώνουμε | αποχωματώνετε | αποχωματώνουν / αποχωματώνουνε |
| Παρατατικός | αποχωμάτωνα | αποχωμάτωνες | αποχωμάτωνε | αποχωματώναμε | αποχωματώνατε | αποχωμάτωναν / αποχωματώναν / αποχωματώνανε |
| Αόριστος | αποχωμάτωσα | αποχωμάτωσες | αποχωμάτωσε | αποχωματώσαμε | αποχωματώσατε | αποχωμάτωσαν / αποχωματώσαν / αποχωματώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποχωματώνω / θα αποχωματώσω | θα αποχωματώνεις / θα αποχωματώσεις | θα αποχωματώνει / θα αποχωματώσει | θα αποχωματώνουμε / θα αποχωματώσουμε | θα αποχωματώνετε / θα αποχωματώσετε | θα αποχωματώνουν / θα αποχωματώνουνε / θα αποχωματώσουν / θα αποχωματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχωματώσει | έχεις αποχωματώσει | έχει αποχωματώσει | έχουμε αποχωματώσει | έχετε αποχωματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχωματώσει | είχες αποχωματώσει | είχε αποχωματώσει | είχαμε αποχωματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχωματώσει / να αποχωματώνω / να αποχωματώσω | να έχεις αποχωματώσει / να αποχωματώνεις / να αποχωματώσεις | να έχει αποχωματώσει / να αποχωματώνει / να αποχωματώσει | να έχουμε αποχωματώσει / να αποχωματώνουμε / να αποχωματώσουμε | να έχετε αποχωματώσει / να αποχωματώνετε / να αποχωματώσετε | να αποχωματώνουν / να αποχωματώνουνε / να αποχωματώσουν / να αποχωματώσουνε |
| Προστακτική | — | αποχωμάτωνε / αποχωμάτωσε | — | — | αποχωματώνετε / αποχωματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →