επιχωματώνω
•
- σκεπάζω κάτι με χώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιχωματώνω < επι- + χώμα (γενική: χώματος) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιχωματώνω | επιχωματώνεις | επιχωματώνει | επιχωματώνουμε | επιχωματώνετε | επιχωματώνουν / επιχωματώνουνε |
| Παρατατικός | επιχωμάτωνα | επιχωμάτωνες | επιχωμάτωνε | επιχωματώναμε | επιχωματώνατε | επιχωμάτωναν / επιχωματώναν / επιχωματώνανε |
| Αόριστος | επιχωμάτωσα | επιχωμάτωσες | επιχωμάτωσε | επιχωματώσαμε | επιχωματώσατε | επιχωμάτωσαν / επιχωματώσαν / επιχωματώσανε |
| Μέλλοντας | θα επιχωματώνω / θα επιχωματώσω | θα επιχωματώνεις / θα επιχωματώσεις | θα επιχωματώνει / θα επιχωματώσει | θα επιχωματώνουμε / θα επιχωματώσουμε | θα επιχωματώνετε / θα επιχωματώσετε | θα επιχωματώνουν / θα επιχωματώνουνε / θα επιχωματώσουν / θα επιχωματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιχωματώσει | έχεις επιχωματώσει | έχει επιχωματώσει | έχουμε επιχωματώσει | έχετε επιχωματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιχωματώσει | είχες επιχωματώσει | είχε επιχωματώσει | είχαμε επιχωματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιχωματώσει / να επιχωματώνω / να επιχωματώσω | να έχεις επιχωματώσει / να επιχωματώνεις / να επιχωματώσεις | να έχει επιχωματώσει / να επιχωματώνει / να επιχωματώσει | να έχουμε επιχωματώσει / να επιχωματώνουμε / να επιχωματώσουμε | να έχετε επιχωματώσει / να επιχωματώνετε / να επιχωματώσετε | να επιχωματώνουν / να επιχωματώνουνε / να επιχωματώσουν / να επιχωματώσουνε |
| Προστακτική | — | επιχωμάτωνε / επιχωμάτωσε | — | — | επιχωματώνετε / επιχωματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →