εκχωματίζω
•
- απομακρύνω ή αφαιρώ το χώμα από κάποια εδαφική έκταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχωματίζω < εκ- + χώμα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχωματίζω | εκχωματίζεις | εκχωματίζει | εκχωματίζουμε | εκχωματίζετε | εκχωματίζουν / εκχωματίζουνε |
| Παρατατικός | εκχωμάτιζα | εκχωμάτιζες | εκχωμάτιζε | εκχωματίζαμε | εκχωματίζατε | εκχωμάτιζαν / εκχωματίζαν / εκχωματίζανε |
| Αόριστος | εκχωμάτισα | εκχωμάτισες | εκχωμάτισε | εκχωματίσαμε | εκχωματίσατε | εκχωμάτισαν / εκχωματίσαν / εκχωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκχωματίζω / θα εκχωματίσω | θα εκχωματίζεις / θα εκχωματίσεις | θα εκχωματίζει / θα εκχωματίσει | θα εκχωματίζουμε / θα εκχωματίσουμε | θα εκχωματίζετε / θα εκχωματίσετε | θα εκχωματίζουν / θα εκχωματίζουνε / θα εκχωματίσουν / θα εκχωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκχωματίσει | έχεις εκχωματίσει | έχει εκχωματίσει | έχουμε εκχωματίσει | έχετε εκχωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχωματίσει | είχες εκχωματίσει | είχε εκχωματίσει | είχαμε εκχωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχωματίσει / να εκχωματίζω / να εκχωματίσω | να έχεις εκχωματίσει / να εκχωματίζεις / να εκχωματίσεις | να έχει εκχωματίσει / να εκχωματίζει / να εκχωματίσει | να έχουμε εκχωματίσει / να εκχωματίζουμε / να εκχωματίσουμε | να έχετε εκχωματίσει / να εκχωματίζετε / να εκχωματίσετε | να εκχωματίζουν / να εκχωματίζουνε / να εκχωματίσουν / να εκχωματίσουνε |
| Προστακτική | — | εκχωμάτιζε / εκχωμάτισε | — | — | εκχωματίζετε / εκχωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →