αποχωρώ
•
- φεύγω οικειοθελώς από κάπου Βικιλεξικό
- παραιτούμαι, εγκαταλείπω οριστικά Βικιλεξικό
- αποχωρώ από την ενεργό δράση
- παύω να συμμετέχω σε μια συνεδρίαση ή μια συλλογική οντότητα (συμμαχία, ένωση, κόμμα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- η ναζιστική Γερμανία αποχώρησε από την Κοινωνία των Εθνών το 1933
- Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)
- αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), εκδ. Πατάκη, 2018)
Ετυμολογία
αποχωρώ < αρχαία ελληνική ἀποχωρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχωρώ | αποχωρείς | αποχωρεί | αποχωρούμε | αποχωρείτε | αποχωρούν / αποχωρούνε |
| Παρατατικός | αποχωρούσα | αποχωρούσες | αποχωρούσε | αποχωρούσαμε | αποχωρούσατε | αποχωρούσαν / αποχωρούσανε |
| Αόριστος | αποχώρησα | αποχώρησες | αποχώρησε | αποχωρήσαμε | αποχωρήσατε | αποχωρήσαν / αποχωρήσανε / αποχώρησαν |
| Μέλλοντας | θα αποχωρήσω / θα αποχωρώ | θα αποχωρήσεις / θα αποχωρείς | θα αποχωρήσει / θα αποχωρεί | θα αποχωρήσουμε / θα αποχωρούμε | θα αποχωρήσετε / θα αποχωρείτε | θα αποχωρήσουν / θα αποχωρήσουνε / θα αποχωρούν / θα αποχωρούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχωρήσει | έχεις αποχωρήσει | έχει αποχωρήσει | έχουμε αποχωρήσει | έχετε αποχωρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχωρήσει | είχες αποχωρήσει | είχε αποχωρήσει | είχαμε αποχωρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχωρήσει / να αποχωρήσω / να αποχωρώ | να έχεις αποχωρήσει / να αποχωρήσεις / να αποχωρείς | να έχει αποχωρήσει / να αποχωρήσει / να αποχωρεί | να έχουμε αποχωρήσει / να αποχωρήσουμε / να αποχωρούμε | να έχετε αποχωρήσει / να αποχωρήσετε / να αποχωρείτε | να αποχωρήσουν / να αποχωρήσουνε / να αποχωρούν / να αποχωρούνε |
| Προστακτική | — | αποχώρει / αποχώρησε | — | — | αποχωρήστε / αποχωρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →