Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροσωπόληπτος

/a.pɾo.soˈpo.li.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν προσωποληπτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροσωπόληπτος < (ελληνιστική κοινή) < ἀ- + προσωπολήπτης < αρχαία ελληνική πρόσωπον + λαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσωπόληπτοςαπροσωπόληπτηαπροσωπόληπτο
Γενικήαπροσωπόληπτουαπροσωπόληπτηςαπροσωπόληπτου
Αιτιατικήαπροσωπόληπτοαπροσωπόληπτηαπροσωπόληπτο
Κλητικήαπροσωπόληπτεαπροσωπόληπτηαπροσωπόληπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσωπόληπτοιαπροσωπόληπτεςαπροσωπόληπτα
Γενικήαπροσωπόληπτωναπροσωπόληπτωναπροσωπόληπτων
Αιτιατικήαπροσωπόληπτουςαπροσωπόληπτεςαπροσωπόληπτα
Κλητικήαπροσωπόληπτοιαπροσωπόληπτεςαπροσωπόληπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →