απότμηση
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτέμνω Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήη αφαίρεση μέρους ενός συνόλου με τομή Βικιλεξικό
- λοξή απότμηση, απότμηση ακμών, απότμηση τοίχου
- αρχιτεκτονικήη αντίστοιχη τεχνική Βικιλεξικό
- γραμματικήη παράλειψη του τελικού (οπισθίου) τμήματος μιας λέξης Βικιλεξικό
- προκάτ [pɾoˈkat] < προκατασκευασμένος /pɾo.ka.ta.ske.vaˈzme.nos/
Ετυμολογία
απότμηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπότμησις. Μορφολογικά αναλύεται σε από- + τμήση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απότμηση | αποτμήσεις |
| Γενική | απότμησης | αποτμήσεων |
| Αιτιατική | απότμηση | αποτμήσεις |
| Κλητική | απότμηση | αποτμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →