Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απότμηση

/aˈpo.tmi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποτέμνω Βικιλεξικό
  2. αρχιτεκτονικήη αφαίρεση μέρους ενός συνόλου με τομή Βικιλεξικό
    • λοξή απότμηση, απότμηση ακμών, απότμηση τοίχου
  3. αρχιτεκτονικήη αντίστοιχη τεχνική Βικιλεξικό
  4. γραμματικήη παράλειψη του τελικού (οπισθίου) τμήματος μιας λέξης Βικιλεξικό
    • προκάτ [pɾoˈkat] < προκατασκευασμένος /pɾo.ka.ta.ske.vaˈzme.nos/

Ετυμολογία

απότμηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπότμησις. Μορφολογικά αναλύεται σε από- + τμήση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπότμησηαποτμήσεις
Γενικήαπότμησηςαποτμήσεων
Αιτιατικήαπότμησηαποτμήσεις
Κλητικήαπότμησηαποτμήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →