Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμοστός

/aɾ.moˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αρμόζει, που ταιριάζει Βικιλεξικό
  2. ο καλά προσαρμοζόμενος ή προσαρμοσμένος Βικιλεξικό
  3. εφαρμοστός Βικιλεξικό
  4. με διασυνδετικό μηχανισμό ή άρμοση Βικιλεξικό
    • αρμοστή κατασκευή
    • το δοξάρι απίθωσε στο χώμα, γέρνοντάς το / στο γυαλιστό, αρμοστό πορτόφυλλο (μετάφραση: Καζαντζάκης, Νίκος - Κακριδής, Ιωάννης των στίχων 136‑137, της 'Οδύσσειας' του Ομήρου)
  5. ποίησηαρραβωνιασμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμοστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁρμοστός (συνδεδεμένος, καλά ταιριαγμένος). Συγχρονικά αναλύεται σε (αρμόζω) αρμοσ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμοστόςαρμοστήαρμοστό
Γενικήαρμοστούαρμοστήςαρμοστού
Αιτιατικήαρμοστόαρμοστήαρμοστό
Κλητικήαρμοστέαρμοστήαρμοστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμοστοίαρμοστέςαρμοστά
Γενικήαρμοστώναρμοστώναρμοστών
Αιτιατικήαρμοστούςαρμοστέςαρμοστά
Κλητικήαρμοστοίαρμοστέςαρμοστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →