αρμοστός
•
- που αρμόζει, που ταιριάζει Βικιλεξικό
- ο καλά προσαρμοζόμενος ή προσαρμοσμένος Βικιλεξικό
- εφαρμοστός Βικιλεξικό
- με διασυνδετικό μηχανισμό ή άρμοση Βικιλεξικό
- αρμοστή κατασκευή
- το δοξάρι απίθωσε στο χώμα, γέρνοντάς το / στο γυαλιστό, αρμοστό πορτόφυλλο (μετάφραση: Καζαντζάκης, Νίκος - Κακριδής, Ιωάννης των στίχων 136‑137, της 'Οδύσσειας' του Ομήρου)
- ποίησηαρραβωνιασμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμοστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἁρμοστός (συνδεδεμένος, καλά ταιριαγμένος). Συγχρονικά αναλύεται σε (αρμόζω) αρμοσ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοστός | αρμοστή | αρμοστό |
| Γενική | αρμοστού | αρμοστής | αρμοστού |
| Αιτιατική | αρμοστό | αρμοστή | αρμοστό |
| Κλητική | αρμοστέ | αρμοστή | αρμοστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμοστοί | αρμοστές | αρμοστά |
| Γενική | αρμοστών | αρμοστών | αρμοστών |
| Αιτιατική | αρμοστούς | αρμοστές | αρμοστά |
| Κλητική | αρμοστοί | αρμοστές | αρμοστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →