Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνάρμοστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει συναρμοστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν ταιριάζει, αταίριαστος Βικιλεξικό
    • Τὸ ὥσπερ δεῦρ᾽ ἀπεζύγην πόδας ἑρμηνεύουσι: «καθὼς διηύθυνα πρὸς τὰ ἐδῶ τοὺς πόδας μου». Κατὰ τὴν συνήθη ταύτην ἑρμηνείαν ὀρθῶς εἴκασεν ὁ Stanley πόδα, ἀλλ' ἡ ἑρμηνεία αὔτη πολλαχῶς ἀσυνάρμοστος. (Επιστημονική Επετηρίς Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. Γ΄ [1906-1907] (Αθήνα: Εκ του Τυπογραφείου Π.Δ. Σακελλαρίου, 1909), σ. 130).
    • Και μαζί ο κόσμος είναι όχι ένας εκεί που τον ευρίσκομε ωρισμένα ασυνταίριαστο και ασυνάρμοστο. Και το ένα και το πολλαπλό είναι όμοια αληθινά στοιχεία, κατά την περίσταση. Ούτε σύμπαν υπάρχει αγνό και απλό, ούτε πολλαπλόκοσμος καθαρός και αδιάλλακτος. (Κωστής Παλαμάς, Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, Η ποιητική μου, τόμος Α΄, εκδ. Ιωάννης Δ, Κολλάρος & Σια, 1933)

Ετυμολογία

ασυνάρμοστος < καθαρεύουσα ἀσυνάρμοστος < ελληνιστική κοινή ἀσυνάρμοστος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- + |συναρμόζω + (συν-αρμόζω) συναρμοσ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνάρμοστοςασυνάρμοστη / ασυνάρμοστοςασυνάρμοστο
Γενικήασυνάρμοστου / ασυναρμόστουασυνάρμοστης / ασυναρμόστουασυνάρμοστου / ασυναρμόστου
Αιτιατικήασυνάρμοστοασυνάρμοστη / ασυνάρμοστοασυνάρμοστο
Κλητικήασυνάρμοστεασυνάρμοστε / ασυνάρμοστηασυνάρμοστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασυνάρμοστοιασυνάρμοστες / ασυνάρμοστοιασυνάρμοστα
Γενικήασυνάρμοστων / ασυναρμόστωνασυνάρμοστων / ασυναρμόστωνασυνάρμοστων / ασυναρμόστων
Αιτιατικήασυνάρμοστους / ασυναρμόστουςασυνάρμοστες / ασυναρμόστουςασυνάρμοστα
Κλητικήασυνάρμοστοιασυνάρμοστες / ασυνάρμοστοιασυνάρμοστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →