αρμός
•
- το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες Βικιλεξικό
- το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί Βικιλεξικό
- οι κλειδώσεις στα κόκκαλα, η άρθρωση Βικιλεξικό
- είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας Βικιλεξικό
- το ταίριασμα συγχορδιών και μελωδιών, δηλαδή η αρμονία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁρμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμός | αρμοί |
| Γενική | αρμού | αρμών |
| Αιτιατική | αρμό | αρμούς |
| Κλητική | αρμέ | αρμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →