αρνούμαι
•
- δεν αποδέχομαι ότι κάτι είναι αληθινό Βικιλεξικό
- Αρνούμαι ότι έκανα αυτά που με κατηγορούν.
- δε συμφωνώ, δε συναινώ Βικιλεξικό
- Αρνούμαι να κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι.
Ετυμολογία
αρνούμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρνοῦμαι, συνηρημένος τύπος του ἀρνέομαι. Συγκρίνετε με τον τύπο αρνιέμαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρνούμαι | αρνείσαι | αρνείται | αρνούμαστε | αρνείστε | αρνούνται |
| Παρατατικός | αρνούμουν | αρνούσουν | αρνούνταν | αρνούμασταν / αρνούμαστε | αρνούσασταν / αρνούσαστε | αρνούνταν |
| Αόριστος | αρνήθηκα | αρνήθηκες | αρνήθηκε | αρνηθήκαμε | αρνηθήκατε | αρνήθηκαν / αρνηθήκαν / αρνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αρνηθώ / θα αρνούμαι | θα αρνείσαι / θα αρνηθείς | θα αρνείται / θα αρνηθεί | θα αρνηθούμε / θα αρνούμαστε | θα αρνείστε / θα αρνηθείτε | θα αρνηθούν / θα αρνηθούνε / θα αρνούνται |
| Παρακείμενος | έχω αρνηθεί | έχεις αρνηθεί | έχει αρνηθεί | έχουμε αρνηθεί | έχετε αρνηθεί | έχουν αρνηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρνηθεί | είχες αρνηθεί | είχε αρνηθεί | είχαμε αρνηθεί | είχατε αρνηθεί | είχαν αρνηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αρνηθεί / να αρνηθώ / να αρνούμαι | να έχεις αρνηθεί / να αρνείσαι / να αρνηθείς | να έχει αρνηθεί / να αρνείται / να αρνηθεί | να έχουμε αρνηθεί / να αρνηθούμε / να αρνούμαστε | να έχετε αρνηθεί / να αρνείστε / να αρνηθείτε | να έχουν αρνηθεί / να αρνηθούν / να αρνηθούνε / να αρνούνται |
| Προστακτική | — | αρνήσου | — | — | αρνείστε / αρνηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →