Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρπακόλλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αργκόη βιαστική, τσαπατσούλικη και άτεχνη δουλειά ή εργασία Βικιλεξικό
  2. αργκόη διαδικασία της αντιγραφής - επικόλλησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρπακόλλα < προστακτική άρπα (αρπάζω) και κόλλα (κολλάω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρπακόλλα—
Γενικήαρπακόλλας—
Αιτιατικήαρπακόλλα—
Κλητικήαρπακόλλα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αρπακόλλα

επίρρημα
•
  1. αργκόμε αρπακολλατζίδικο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρπακόλλα < προστακτική άρπα (αρπάζω) και κόλλα (κολλάω)

Άλλοι τύποι

αρπακόλλααρπακόλλας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →