αρπακόλλα
•
- αργκόη βιαστική, τσαπατσούλικη και άτεχνη δουλειά ή εργασία Βικιλεξικό
- αργκόη διαδικασία της αντιγραφής - επικόλλησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρπακόλλα < προστακτική άρπα (αρπάζω) και κόλλα (κολλάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρπακόλλα | — |
| Γενική | αρπακόλλας | — |
| Αιτιατική | αρπακόλλα | — |
| Κλητική | αρπακόλλα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →