Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχαΐζω

ρήμα
•
  1. μιμούμαι την γλώσσα, την έκφραση, τον πολιτισμό κ.λπ. των αρχαίων Βικιλεξικό
  2. μιλάω χρησιμοποιώντας αρχαίες, αρχαιοπρεπείς ή παρωχημένες λέξεις, φράσεις κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχαΐζω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαρχαΐζωαρχαΐζειςαρχαΐζειαρχαΐζουμεαρχαΐζετεαρχαΐζουν / αρχαΐζουνε
Παρατατικόςαρχάιζααρχάιζεςαρχάιζεαρχαΐζαμεαρχαΐζατεαρχάιζαν / αρχαΐζαν / αρχαΐζανε
Αόριστοςαρχάισααρχάισεςαρχάισεαρχαΐσαμεαρχαΐσατεαρχάισαν / αρχαΐσαν / αρχαΐσανε
Μέλλονταςθα αρχαΐζω / θα αρχαΐσωθα αρχαΐζεις / θα αρχαΐσειςθα αρχαΐζει / θα αρχαΐσειθα αρχαΐζουμε / θα αρχαΐσουμεθα αρχαΐζετε / θα αρχαΐσετεθα αρχαΐζουν / θα αρχαΐζουνε / θα αρχαΐσουν / θα αρχαΐσουνε
Παρακείμενοςέχω αρχαΐσειέχεις αρχαΐσειέχει αρχαΐσειέχουμε αρχαΐσειέχετε αρχαΐσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αρχαΐσειείχες αρχαΐσειείχε αρχαΐσειείχαμε αρχαΐσει——
Υποτακτικήνα έχω αρχαΐσει / να αρχαΐζω / να αρχαΐσωνα έχεις αρχαΐσει / να αρχαΐζεις / να αρχαΐσειςνα έχει αρχαΐσει / να αρχαΐζει / να αρχαΐσεινα έχουμε αρχαΐσει / να αρχαΐζουμε / να αρχαΐσουμενα έχετε αρχαΐσει / να αρχαΐζετε / να αρχαΐσετενα αρχαΐζουν / να αρχαΐζουνε / να αρχαΐσουν / να αρχαΐσουνε
Προστακτική—αρχάιζε / αρχάισε——αρχαΐζετε / αρχαΐστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →