αρχαΐζω
•
- μιμούμαι την γλώσσα, την έκφραση, τον πολιτισμό κ.λπ. των αρχαίων Βικιλεξικό
- μιλάω χρησιμοποιώντας αρχαίες, αρχαιοπρεπείς ή παρωχημένες λέξεις, φράσεις κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχαΐζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρχαΐζω | αρχαΐζεις | αρχαΐζει | αρχαΐζουμε | αρχαΐζετε | αρχαΐζουν / αρχαΐζουνε |
| Παρατατικός | αρχάιζα | αρχάιζες | αρχάιζε | αρχαΐζαμε | αρχαΐζατε | αρχάιζαν / αρχαΐζαν / αρχαΐζανε |
| Αόριστος | αρχάισα | αρχάισες | αρχάισε | αρχαΐσαμε | αρχαΐσατε | αρχάισαν / αρχαΐσαν / αρχαΐσανε |
| Μέλλοντας | θα αρχαΐζω / θα αρχαΐσω | θα αρχαΐζεις / θα αρχαΐσεις | θα αρχαΐζει / θα αρχαΐσει | θα αρχαΐζουμε / θα αρχαΐσουμε | θα αρχαΐζετε / θα αρχαΐσετε | θα αρχαΐζουν / θα αρχαΐζουνε / θα αρχαΐσουν / θα αρχαΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρχαΐσει | έχεις αρχαΐσει | έχει αρχαΐσει | έχουμε αρχαΐσει | έχετε αρχαΐσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρχαΐσει | είχες αρχαΐσει | είχε αρχαΐσει | είχαμε αρχαΐσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρχαΐσει / να αρχαΐζω / να αρχαΐσω | να έχεις αρχαΐσει / να αρχαΐζεις / να αρχαΐσεις | να έχει αρχαΐσει / να αρχαΐζει / να αρχαΐσει | να έχουμε αρχαΐσει / να αρχαΐζουμε / να αρχαΐσουμε | να έχετε αρχαΐσει / να αρχαΐζετε / να αρχαΐσετε | να αρχαΐζουν / να αρχαΐζουνε / να αρχαΐσουν / να αρχαΐσουνε |
| Προστακτική | — | αρχάιζε / αρχάισε | — | — | αρχαΐζετε / αρχαΐστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →